Moj goce Arvanite kenge etimologjike
Автор: Albanian Dictionary
Загружено: 2023-09-09
Просмотров: 1329
Описание:
Këngë për gocën Arvanite nga Andi Zeneli
Gorica moj vajzë e vogël gorica
Kaq e hidhur sa e ëmbël gorica
Ti je vajzë e detit gocë, gorica
Merrma zemrën ma bëj perlë goritsa
γκορτσιά
Νέα ελληνικά (el)
πτώσεις ενικός πληθυντικός
ονομαστική η γκορτσιά οι γκορτσιές
γενική της γκορτσιάς των γκορτσιών
αιτιατική την γκορτσιά τις γκορτσιές
κλητική γκορτσιά γκορτσιές
Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Ετυμολογία
γκορτσιά : (άμεσο δάνειο) αλβανική gorricë / gorrica με συγκοπή του [i] πρίν από το [ɾ] + -ιά (αλλά δείτε και τον τύπο γκοριτσιά) : πρωτοσλαβική *gȍrьkъ (πικρός) ή όπως σε ομόρριζο στη βουλγαρική
Προφορά
ΔΦΑ : /ɡoɾˈt͡sça/ (επίσης, με ποικίλες ιδιωματικές προφορές)
τυπογραφικός συλλαβισμός : γκορ‐τσιά
Ουσιαστικό
γκορτσιά θηλυκό
(φυτό) η αγριαχλαδιά
φυτό, παρωχημένο, ή σε ορισμένες περιοχές) ο Προύνος ο ακανθώδης
≈ συνώνυμα: μαμουσιά, τσαμπουρνιά
Άλλες μορφές
γκοριτσιά
γκορτσά
ιδιωματικά
αγκορτσιά (όπως στην Πελοπόννησο), αγκορίτσα
γκορίτσα (και δείτε τα παράγωγα)
γκορνιτσιά
γκουρίτζα
γορίτσα
Συγγενικές λέξεις
Γκορτσιά (τοπωνύμιο, όπως και πολλοί άλλοι τύποι)
αγριογκορτσιά
με θέμα γκοριτσ- (και παραλλαγές με γκορτσ-, με γκοριτσ-)
γκοριτσαπιδιά
γκοριτσάπιδο
γκοριτσαρμιά
γκοριτσάς
γκοριτσαχλαδιά
γκοριτσάχλαδο
γκοριτσίσιος / γκοριτσήσιος
γκοριτσιά
γκορίτσινος
γκοριτσίτσα
γκόριτσο / γκόρτσο / γκόρνιτσο
γκοριτσοβάλανα (πληθυντικός)
γκοριτσόγιδα
γκοριτσοζούμι
γκοριτσόκλαρο
γκοριτσολαιμιάζω
γκοριτσολαίμικος
γκοριτσολογώ
γκοριτσόμηλο
γκοριτσόξυλο
γκοριτσοπούλα
γκοριτσούδα
γκοριτσούλα
γκορτσιά
Νέα ελληνικά (el)
πτώσεις ενικός πληθυντικός
ονομαστική η γκορτσιά οι γκορτσιές
γενική της γκορτσιάς των γκορτσιών
αιτιατική την γκορτσιά τις γκορτσιές
κλητική γκορτσιά γκορτσιές
Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Ετυμολογία
γκορτσιά : (άμεσο δάνειο) αλβανική gorricë / gorrica με συγκοπή του [i] πρίν από το [ɾ] + -ιά (αλλά δείτε και τον τύπο γκοριτσιά) : πρωτοσλαβική *gȍrьkъ (πικρός) ή όπως σε ομόρριζο στη βουλγαρική ?
Προφορά
ΔΦΑ : /ɡoɾˈt͡sça/ (επίσης, με ποικίλες ιδιωματικές προφορές)
τυπογραφικός συλλαβισμός : γκορ‐τσιά
Ουσιαστικό
γκορτσιά θηλυκό
(φυτό) η αγριαχλαδιά
φυτό, παρωχημένο, ή σε ορισμένες περιοχές) ο Προύνος ο ακανθώδης
≈ συνώνυμα: μαμουσιά, τσαμπουρνιά
Άλλες μορφές
γκοριτσιά
γκορτσά
ιδιωματικά
αγκορτσιά (όπως στην Πελοπόννησο), αγκορίτσα
γκορίτσα (και δείτε τα παράγωγα)
γκορνιτσιά
γκουρίτζα
γορίτσα
Συγγενικές λέξεις
Γκορτσιά (τοπωνύμιο, όπως και πολλοί άλλοι τύποι)
αγριογκορτσιά
με θέμα γκοριτσ- (και παραλλαγές με γκορτσ-, με γκοριτσ-)
γκοριτσαπιδιά
γκοριτσάπιδο
γκοριτσαρμιά
γκοριτσάς
γκοριτσαχλαδιά
γκοριτσάχλαδο
γκοριτσίσιος / γκοριτσήσιος
γκοριτσιά
γκορίτσινος
γκοριτσίτσα
γκόριτσο / γκόρτσο / γκόρνιτσο
γκοριτσοβάλανα (πληθυντικός)
γκοριτσόγιδα
γκοριτσοζούμι
γκοριτσόκλαρο
γκοριτσολαιμιάζω
γκοριτσολαίμικος
γκοριτσολογώ
γκοριτσόμηλο
γκοριτσόξυλο
γκοριτσοπούλα
γκοριτσούδα
γκοριτσούλα
Повторяем попытку...
Доступные форматы для скачивания:
Скачать видео
-
Информация по загрузке: